Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απατηλός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που απατά, σκόπιμα και μη, το σχετικό με το απραγματοποίητο και φαντασιακό Βικιλεξικό
    • απατηλά όνειρα (αυτά που αποδείχτηκαν απραγματοποίητα)
    • Μη δίνεις απατηλές υποσχέσεις (αυτές που δεν είσαι σίγουρος ότι θα τηρήσεις, που θα μείνουν πιθανότατα ανεκπλήρωτες)
    • Eπρόκειτο για απατηλές εντυπώσεις (τα φαινόμενα έδειχναν άλλα)

Ετυμολογία

απατηλός < αρχαία ελληνική ἀπατηλός < ἀπάτη

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπατηλόςαπατηλήαπατηλό
Γενικήαπατηλούαπατηλήςαπατηλού
Αιτιατικήαπατηλόαπατηλήαπατηλό
Κλητικήαπατηλέαπατηλήαπατηλό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπατηλοίαπατηλέςαπατηλά
Γενικήαπατηλώναπατηλώναπατηλών
Αιτιατικήαπατηλούςαπατηλέςαπατηλά
Κλητικήαπατηλοίαπατηλέςαπατηλά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →