απάτη
•
- παραπλανητική πράξη με σκοπό την δυσανάλογη ωφέλεια Βικιλεξικό
- νομικός όροςποινικό αδίκημα κατά το οποίο κάποιος αποσπά ξένη περιουσία για να ωφεληθεί ο ίδιος ή τρίτοι Βικιλεξικό
- Συνελήφθη στο Βέλγιο και εκδόθηκε στην Κύπρο 53χρονος για απάτη σε βάρος εταιρείας στη Λεμεσό (Εφημερίδα Νόμισμα, Κύπρος, 26/6/2026 https://nomisma.com.cy/cyprus/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B5%CE%BB%CE%AE%CF%86%CE%B8%CE%B7-%CF%83%CF%84%CE%BF-%CE%B2%CE%AD%CE%BB%CE%B3%CE%B9%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%B5%CE%BA%CE%B4%CF%8C%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B5-%CF%83%CF%84%CE%B7/)
- μεταφορικάψέμα, πλάνη Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάαυτός που κάνει απάτες, ο απατεώνας Βικιλεξικό
- μεγάλη απάτη αυτός που μας έφερες τις προάλλες
Ετυμολογία
απάτη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ἀπάτη
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απάτη | απάτες |
| Γενική | απάτης | απατών |
| Αιτιατική | απάτη | απάτες |
| Κλητική | απάτη | απάτες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →