απαυδώ
•
- κυριολεκτικάαδυνατώ να μιλήσω πλέον Βικιλεξικό
- μεταφορικάχάνω την υπομονή και τις αντοχές μου Βικιλεξικό
- Όσοι, πάλι, συναλλάσσονται έχουν απαυδήσει από το φόρτο και από τη αδικία με την άνιση κατανομή του προσωπικού ώστε μιλούν βιαστικά, δεν περιμένουν, γίνονται αγενείς! (*)
- μεταφορικάαπελπίζομαι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απαυδώ < αρχαία ελληνική ἀπαυδάω / ἀπαυδῶ < ἀπό + αὐδή < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *h₂weyd-
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →