απεγκλωβίζω
•
- απελευθερώνω κάποιον που είχε εγκλωβιστεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεγκλωβίζω < από + εγκλωβίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απεγκλωβίζω | απεγκλωβίζεις | απεγκλωβίζει | απεγκλωβίζουμε | απεγκλωβίζετε | απεγκλωβίζουν / απεγκλωβίζουνε |
| Παρατατικός | απεγκλώβιζα | απεγκλώβιζες | απεγκλώβιζε | απεγκλωβίζαμε | απεγκλωβίζατε | απεγκλωβίζαν / απεγκλωβίζανε / απεγκλώβιζαν |
| Αόριστος | απεγκλώβισα | απεγκλώβισες | απεγκλώβισε | απεγκλωβίσαμε | απεγκλωβίσατε | απεγκλωβίσαν / απεγκλωβίσανε / απεγκλώβισαν |
| Μέλλοντας | θα απεγκλωβίζω / θα απεγκλωβίσω | θα απεγκλωβίζεις / θα απεγκλωβίσεις | θα απεγκλωβίζει / θα απεγκλωβίσει | θα απεγκλωβίζουμε / θα απεγκλωβίσουμε | θα απεγκλωβίζετε / θα απεγκλωβίσετε | θα απεγκλωβίζουν / θα απεγκλωβίζουνε / θα απεγκλωβίσουν / θα απεγκλωβίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απεγκλωβίσει | έχεις απεγκλωβίσει | έχει απεγκλωβίσει | έχουμε απεγκλωβίσει | έχετε απεγκλωβίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απεγκλωβίσει | είχες απεγκλωβίσει | είχε απεγκλωβίσει | είχαμε απεγκλωβίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απεγκλωβίσει / να απεγκλωβίζω / να απεγκλωβίσω | να έχεις απεγκλωβίσει / να απεγκλωβίζεις / να απεγκλωβίσεις | να έχει απεγκλωβίσει / να απεγκλωβίζει / να απεγκλωβίσει | να έχουμε απεγκλωβίσει / να απεγκλωβίζουμε / να απεγκλωβίσουμε | να έχετε απεγκλωβίσει / να απεγκλωβίζετε / να απεγκλωβίσετε | να απεγκλωβίζουν / να απεγκλωβίζουνε / να απεγκλωβίσουν / να απεγκλωβίσουνε |
| Προστακτική | — | απεγκλώβιζε / απεγκλώβισε | — | — | απεγκλωβίζετε / απεγκλωβίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →