κλουβί
•
- μικρή (ή και μεγαλύτερη) κατασκευή, κατασκευασμένη από χοντρά σύρματα ή άλλα υλικά, εντός της οποίας περιορίζονται πουλιά ή ζώα Βικιλεξικό
- μεταφορικάμικρή κατοικία που περιορίζει τους ενοίκους της κι εντός της οποίας ασφυκτιούν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
κλουβί < μεσαιωνική ελληνική κλουβί(ν) < κλουβίον < ελληνιστική κοινή κλωβίον < αρχαία ελληνική κλωβός
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | κλουβί | κλουβιά |
| Γενική | κλουβιού | κλουβιών |
| Αιτιατική | κλουβί | κλουβιά |
| Κλητική | κλουβί | κλουβιά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →