απεικονίζομαι
•
- περιγράφομαι με εικόνες ή άλλους εικαστικούς τρόπους Βικιλεξικό
- Το θέμα απεικονίζεται σε αγγεία γυναικείας χρήσης, όπως η πυξίδα και η λεκανίδα, ενώ σπανιότερα εμφανίζεται σε κύλικες, οινοχόες και κρατήρες, τα οποία λόγω της συγκεκριμένης διακόσμησης πιθανόν να χρησιμοποιούνταν στις γαμήλιες εκδηλώσεις. (*)
- Ο ιπποδαμαστής θεός απεικονίζεται ως νέος άνδρας σε ιδεαλιστική γυμνότητα, όρθιος, κατά μέτωπον ως προς το σώμα και σε άποψη 3/4 ως προς την κεφαλή, στραμμένος προς τα δεξιά. Φορά πίλο, τον χαρακτηριστικό κωνικό σκούφο των Διοσκούρων (Λιάνα Παρλαμά, Η Πόλη κάτω από την πόλη: ευρήματα από τις ανασκαφές του Μητροπολιτικού Σιδηροδρόμου των Αθηνών, Yπουργείο Πολιτισμού, Ίδρυμα Ν. Π. Γουλανδρή - Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης, 2000, σελ. 71)
Ετυμολογία
απεικονίζομαι: παθητική φωνή του ρήματος απεικονίζω
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απεικονίζομαι | απεικονίζεσαι | απεικονίζεται | απεικονιζόμαστε | απεικονίζεστε | απεικονίζονται |
| Παρατατικός | απεικονιζόμουν / απεικονιζόμουνα | απεικονιζόσουν / απεικονιζόσουνα | απεικονιζόταν / απεικονιζότανε | απεικονιζόμασταν / απεικονιζόμαστε | απεικονιζόσασταν / απεικονιζόσαστε | απεικονίζονταν / απεικονιζόντουσαν |
| Αόριστος | απεικονίστηκα | απεικονίστηκες | απεικονίστηκε | απεικονιστήκαμε | απεικονιστήκατε | απεικονίστηκαν / απεικονιστήκαν / απεικονιστήκανε |
| Μέλλοντας | θα απεικονίζομαι / θα απεικονιστώ | θα απεικονίζεσαι / θα απεικονιστείς | θα απεικονίζεται / θα απεικονιστεί | θα απεικονιζόμαστε / θα απεικονιστούμε | θα απεικονίζεστε / θα απεικονιστείτε | θα απεικονίζονται / θα απεικονιστούν / θα απεικονιστούνε |
| Παρακείμενος | έχω απεικονιστεί | έχεις απεικονιστεί | έχει απεικονιστεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απεικονιστεί | είχες απεικονιστεί | είχε απεικονιστεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απεικονιστεί / να απεικονίζομαι / να απεικονιστώ | να έχεις απεικονιστεί / να απεικονίζεσαι / να απεικονιστείς | να έχει απεικονιστεί / να απεικονίζεται / να απεικονιστεί | να απεικονιζόμαστε / να απεικονιστούμε | να απεικονίζεστε / να απεικονιστείτε | να απεικονίζονται / να απεικονιστούν / να απεικονιστούνε |
| Προστακτική | — | απεικονίζου / απεικονίσου | — | — | απεικονίζεστε / απεικονιστείτε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →