απελαυνόμενος
•
- λόγιοπου τον απελαύνουν Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απελαυνόμενος < αρχαία ελληνική ἀπελαυνόμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος ἀπελαύνω
Άλλοι τύποι
απελαυνόμενααπελαυνόμενεαπελαυνόμενεςαπελαυνόμενηαπελαυνόμενηςαπελαυνόμενοαπελαυνόμενοιαπελαυνόμενοςαπελαυνόμενουαπελαυνόμενουςαπελαυνόμενων
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →