απελαύνω
•
- διώχνω κάποιον αλλοδαπό από μία χώρα για διάφορους λόγους (ασφαλείας, παρανομίας κ.λπ.) Βικιλεξικό
- κατ’ επέκτασηεξορίζω, εκτοπίζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απελαύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπελαύνω < ἀπό + ἐλαύνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απελαύνω | απελαύνεις | απελαύνει | απελαύνουμε | απελαύνετε | απελαύνουν / απελαύνουνε |
| Παρατατικός | απέλαυνα | απέλαυνες | απέλαυνε | απελαύναμε | απελαύνατε | απέλαυναν / απελαύναν / απελαύνανε |
| Αόριστος | απέλασα | απέλασες | απέλασε | απέλασαμε | απέλασατε | απέλασαν / απέλασανε |
| Μέλλοντας | θα απέλασω / θα απελαύνω | θα απέλασεις / θα απελαύνεις | θα απέλασει / θα απελαύνει | θα απέλασουμε / θα απελαύνουμε | θα απέλασετε / θα απελαύνετε | θα απέλασουν / θα απέλασουνε / θα απελαύνουν / θα απελαύνουνε |
| Παρακείμενος | έχω απέλασει | έχεις απέλασει | έχει απέλασει | έχουμε απέλασει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απέλασει | είχες απέλασει | είχε απέλασει | είχαμε απέλασει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απέλασει / να απέλασω / να απελαύνω | να έχεις απέλασει / να απέλασεις / να απελαύνεις | να έχει απέλασει / να απέλασει / να απελαύνει | να έχουμε απέλασει / να απέλασουμε / να απελαύνουμε | να απέλασετε / να απελαύνετε | να απέλασουν / να απέλασουνε / να απελαύνουν / να απελαύνουνε |
| Προστακτική | — | απέλασε / απέλαυνε | — | — | απέλαστε / απελαύνετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απελάθηκααπελαύνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →