Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απενθής

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν πενθεί, δεν έχει πένθος Βικιλεξικό
  2. που δεν τον πενθούν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απενθής < αρχαία ελληνική ἀπενθής

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπενθήςαπενθήςαπενθές
Γενικήαπενθούςαπενθούςαπενθούς
Αιτιατικήαπενθήαπενθήαπενθές
Κλητικήαπενθή / απενθήςαπενθήςαπενθές

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπενθείςαπενθείςαπενθή
Γενικήαπενθώναπενθώναπενθών
Αιτιατικήαπενθείςαπενθείςαπενθή
Κλητικήαπενθείςαπενθείςαπενθή

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →