απεξάρτηση
•
- η διαδικασία και το αποτέλεσμα του απεξαρτώμαι, συχνά σε σχέση με εξαρτησιογόνες ουσίες ή για ψυχολογικές και συναισθηματικές εξαρτήσεις Βικιλεξικό
- Με δεδομένη την διάρθρωση της τοπικής οικονομίας (κυριαρχία πρωτογενή τομέα και λιανικού εμπορίου) και τις δυσκολίες απεξάρτησης, μεσοπρόθεσμα, από τη μόνη δυνατή σήμερα παραγωγή πρώτης ύλης στον πρωτογενή τομέα , όσο ο πολυπληθής γεωργικός πληθυσμός της ενδοχώρας – πολυδραστήριος ή μη συμβάλλει στην στήριξη της οικονομίας της μικρής πόλης (επιμέλεια Δημήτρη Οικονόμου και Γιώργου Πετράκου, Η ανάπτυξη των Ελληνικών πόλεων: διεπιστημονικές προσεγγίσεις αστικής ανάλυσης και πολιτικής, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Θεσσαλίας-"Gutenberg", 2004, σελ. 187)
- Επομένως η αρμονική βαλκανική συνύπαρξη θεωρούνταν κατά τον Χ. Τρικούπη αφενός, συνάρτηση της απεξάρτησης των λαών τους από τις ξενικές επεμβάσεις στα εσωτερικά τους και αφετέρου, αγωνιώδης πορεία για την όσο το δυνατό αποτελεσματικότερη προσέγγιση και ειλικρινέστερη κατανόηση με στόχο την ειρηνική επίλυση των διαφορών τους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Το νέο ελληνικό έθνος, 1204-2000, Ηρόδοτος, 2001, σελ. 37)
Ετυμολογία
απεξάρτηση < απ- + εξάρτηση.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απεξάρτηση | απεξαρτήσεις |
| Γενική | απεξάρτησης | απεξαρτήσεων |
| Αιτιατική | απεξάρτηση | απεξαρτήσεις |
| Κλητική | απεξάρτηση | απεξαρτήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →