Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απερίσκεπτος

/a.peˈɾi.sce.ptos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. για πρόσωποπου πράττει πρoτού να σκεφτεί τις επιπτώσεις των ενεργειών του Βικιλεξικό
  2. για πράξη ή για πρόσωποχωρίς προηγούμενη σκέψη Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απερίσκεπτος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπερίσκεπτος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερίσκεπτοςαπερίσκεπτηαπερίσκεπτο
Γενικήαπερίσκεπτουαπερίσκεπτηςαπερίσκεπτου
Αιτιατικήαπερίσκεπτοαπερίσκεπτηαπερίσκεπτο
Κλητικήαπερίσκεπτεαπερίσκεπτηαπερίσκεπτο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπερίσκεπτοιαπερίσκεπτεςαπερίσκεπτα
Γενικήαπερίσκεπτωναπερίσκεπτωναπερίσκεπτων
Αιτιατικήαπερίσκεπτουςαπερίσκεπτεςαπερίσκεπτα
Κλητικήαπερίσκεπτοιαπερίσκεπτεςαπερίσκεπτα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →