απεραντολογώ
•
- λέω απεραντολογίες Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεραντολογώ < (ελληνιστική κοινή) / ἀπεραντολογῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απεραντολογώ | απεραντολογείς / απεραντολόγει | απεραντολογεί | απεραντολογούμε | απεραντολογείτε | απεραντολογούν |
| Παρατατικός | απεραντολογούσα | απεραντολογούσες | απεραντολογούσε | απεραντολογούσαμε | απεραντολογούσατε | απεραντολογούσαν |
| Αόριστος | απεραντολογήσω / απεραντολόγησα | απεραντολογήσεις / απεραντολόγησε / απεραντολόγησες | απεραντολογήσει / απεραντολόγησε | απεραντολογήσαμε / απεραντολογήσουμε | απεραντολογήσατε / απεραντολογήσετε / απεραντολογήστε | απεραντολογήσουν / απεραντολόγησαν |
| Μέλλοντας | θα απεραντολογήσω / θα απεραντολογώ | θα απεραντολογήσεις / θα απεραντολογείς | θα απεραντολογήσει / θα απεραντολογεί | θα απεραντολογήσουμε / θα απεραντολογούμε | θα απεραντολογήσετε / θα απεραντολογείτε | θα απεραντολογήσουν / θα απεραντολογούν |
| Παρακείμενος | έχω απεραντολογήσει | έχεις απεραντολογήσει | έχει απεραντολογήσει | έχουμε απεραντολογήσει | έχετε απεραντολογήσει | έχουν απεραντολογήσει |
| Υπερσυντέλικος | είχα απεραντολογήσει | είχες απεραντολογήσει | είχε απεραντολογήσει | είχαμε απεραντολογήσει | είχατε απεραντολογήσει | είχαν απεραντολογήσει |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →