Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απεριοδικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δεν τον χαρακτηρίζει περιοδικότητα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απεριοδικός < α- + περιοδικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεριοδικόςαπεριοδικήαπεριοδικό
Γενικήαπεριοδικούαπεριοδικήςαπεριοδικού
Αιτιατικήαπεριοδικόαπεριοδικήαπεριοδικό
Κλητικήαπεριοδικέαπεριοδικήαπεριοδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπεριοδικοίαπεριοδικέςαπεριοδικά
Γενικήαπεριοδικώναπεριοδικώναπεριοδικών
Αιτιατικήαπεριοδικούςαπεριοδικέςαπεριοδικά
Κλητικήαπεριοδικοίαπεριοδικέςαπεριοδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →