Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

περιοδικός

/pe.ɾi.o.ðiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που επαναλαμβάνεται περιοδικά, κατά τακτά χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
  2. μαθηματικάο δεκαδικός αριθμός που τα ψηφία του επαναλαμβάνονται στο άπειρο, όπως ο 1/3 = 0,333... Βικιλεξικό

Ετυμολογία

περιοδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιοδικός Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + οδ(ός) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριοδικόςπεριοδικήπεριοδικό
Γενικήπεριοδικούπεριοδικήςπεριοδικού
Αιτιατικήπεριοδικόπεριοδικήπεριοδικό
Κλητικήπεριοδικέπεριοδικήπεριοδικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήπεριοδικοίπεριοδικέςπεριοδικά
Γενικήπεριοδικώνπεριοδικώνπεριοδικών
Αιτιατικήπεριοδικούςπεριοδικέςπεριοδικά
Κλητικήπεριοδικοίπεριοδικέςπεριοδικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →