περιοδικός
•
- που επαναλαμβάνεται περιοδικά, κατά τακτά χρονικά διαστήματα Βικιλεξικό
- μαθηματικάο δεκαδικός αριθμός που τα ψηφία του επαναλαμβάνονται στο άπειρο, όπως ο 1/3 = 0,333... Βικιλεξικό
Ετυμολογία
περιοδικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή περιοδικός Συγχρονικά αναλύεται σε περι- + οδ(ός) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιοδικός | περιοδική | περιοδικό |
| Γενική | περιοδικού | περιοδικής | περιοδικού |
| Αιτιατική | περιοδικό | περιοδική | περιοδικό |
| Κλητική | περιοδικέ | περιοδική | περιοδικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | περιοδικοί | περιοδικές | περιοδικά |
| Γενική | περιοδικών | περιοδικών | περιοδικών |
| Αιτιατική | περιοδικούς | περιοδικές | περιοδικά |
| Κλητική | περιοδικοί | περιοδικές | περιοδικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →