απερρινοποίηση
•
- φωνητικήη τροπή ενός ένρινου φθόγγου στον αντίστοιχο μη ένρινο Βικιλεξικό
- παράδειγμα η λέξη πέντε: ΔΦΑ : /ˈpen.de/ > /ˈpe.de/
- Στα νέα ελληνικά η απερρινοποίηση είναι συχνή στα [mb, nd, ŋg] ιδιαίτερα σε γρήγορο λόγο.
Ετυμολογία
απερρινοποίηση < απ- + ερρινοποίηση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dénasalisation
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απερρινοποίηση | απερρινοποιήσεις |
| Γενική | απερρινοποίησης | απερρινοποιήσεων |
| Αιτιατική | απερρινοποίηση | απερρινοποιήσεις |
| Κλητική | απερρινοποίηση | απερρινοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →