Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απερρινοποίηση

/a.pe.ɾi.noˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. φωνητικήη τροπή ενός ένρινου φθόγγου στον αντίστοιχο μη ένρινο Βικιλεξικό
    • παράδειγμα η λέξη πέντε: ΔΦΑ : /ˈpen.de/ > /ˈpe.de/
    • Στα νέα ελληνικά η απερρινοποίηση είναι συχνή στα [mb, nd, ŋg] ιδιαίτερα σε γρήγορο λόγο.

Ετυμολογία

απερρινοποίηση < απ- + ερρινοποίηση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική dénasalisation

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπερρινοποίησηαπερρινοποιήσεις
Γενικήαπερρινοποίησηςαπερρινοποιήσεων
Αιτιατικήαπερρινοποίησηαπερρινοποιήσεις
Κλητικήαπερρινοποίησηαπερρινοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →