Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

έρρινος

/ˈe.ɾi.nos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει Βικιλεξικό
  2. γλωσσολογίαπου δημιουργείται στη ρινική κοιλότητα ή προέρχεται από κει Βικιλεξικό
    • έρρινα ή ρινικά σύμφωνα
    • η έρρινη προφορά του μπ [mb], ντ [nd], γκ [nɡ] και η απερρινοποιημένη, [b], [d], [ɡ].

Ετυμολογία

έρρινος < ένρινος με εν- > ερ- (αφομοίωση του νρ > ρρ) + ρίν(α) + -ος < αρχαία ελληνική ῥίς (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική nasal). Διαφορετικό το ελληνιστικό ἔρρινον, ἔνρινον (φάρμακο για φτάρνισμα)

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέρρινοςέρρινηέρρινο
Γενικήέρρινουέρρινηςέρρινου
Αιτιατικήέρρινοέρρινηέρρινο
Κλητικήέρρινεέρρινηέρρινο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήέρρινοιέρρινεςέρρινα
Γενικήέρρινωνέρρινωνέρρινων
Αιτιατικήέρρινουςέρρινεςέρρινα
Κλητικήέρρινοιέρρινεςέρρινα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →