απευαισθητοποίηση
•
- ιατρικήη ενέργεια ή το αποτέλεσμα του απευαισθητοποιώ Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απευαισθητοποίηση < απευαισθητοποιώ + -ση ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική desensitization)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απευαισθητοποίηση | απευαισθητοποιήσεις |
| Γενική | απευαισθητοποίησης | απευαισθητοποιήσεων |
| Αιτιατική | απευαισθητοποίηση | απευαισθητοποιήσεις |
| Κλητική | απευαισθητοποίηση | απευαισθητοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →