Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ευαισθητοποίηση

/e.ve.sθi.toˈpi.i.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευαισθητοποιώ, παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία Βικιλεξικό
  2. ειδικότεραδιεργασία κατά τη διαδικασία της μάθησης όπου ένα ερέθισμα ευαισθητοποιεί τον οργανισμό Βικιλεξικό
    • η επαναλαμβανόμενη έκθεση του οργανισμού σε ένα επώδυνο ερέθισμα έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη αντίδραση, ευαισθητοποίηση. (κεφάλαιο 9, Βιολογία. Α΄Λυκείου)

Ετυμολογία

ευαισθητοποίηση < (ευαισθητοποιώ) ευαισθητοποιη- + παλιότερα -σις > -ση (-ποίηση)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήευαισθητοποίησηευαισθητοποιήσεις
Γενικήευαισθητοποίησηςευαισθητοποιήσεων
Αιτιατικήευαισθητοποίησηευαισθητοποιήσεις
Κλητικήευαισθητοποίησηευαισθητοποιήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →