ευαισθητοποίηση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του ευαισθητοποιώ, παρακινώ κάποιον να δείξει ευαισθησία Βικιλεξικό
- ειδικότεραδιεργασία κατά τη διαδικασία της μάθησης όπου ένα ερέθισμα ευαισθητοποιεί τον οργανισμό Βικιλεξικό
- η επαναλαμβανόμενη έκθεση του οργανισμού σε ένα επώδυνο ερέθισμα έχει ως αποτέλεσμα την ταχύτερη αντίδραση, ευαισθητοποίηση. (κεφάλαιο 9, Βιολογία. Α΄Λυκείου)
Ετυμολογία
ευαισθητοποίηση < (ευαισθητοποιώ) ευαισθητοποιη- + παλιότερα -σις > -ση (-ποίηση)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ευαισθητοποίηση | ευαισθητοποιήσεις |
| Γενική | ευαισθητοποίησης | ευαισθητοποιήσεων |
| Αιτιατική | ευαισθητοποίηση | ευαισθητοποιήσεις |
| Κλητική | ευαισθητοποίηση | ευαισθητοποιήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →