απευθυσμένο
•
- ανατομίατο τελευταίο μέρος του παχέος εντέρου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απευθυσμένο < ελληνιστική κοινή ἀπευθυσμένον (ἔντερον < αρχαία ελληνική ἀπευθύνω < εὐθύνω < εὐθύς
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απευθυσμένο | απευθυσμένα |
| Γενική | απευθυσμένου | απευθυσμένων |
| Αιτιατική | απευθυσμένο | απευθυσμένα |
| Κλητική | απευθυσμένο | απευθυσμένα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →