Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απευθύνω

/a.peˈfθi.no/ρήμα
•
  1. επικοινωνώ γραπτά ή προφορικά αποστέλλοντας μήνυμα σε κάποιον ή κάποιους Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απευθύνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπευθύνω < ἀπό + εὐθύνω < εὐθύς, σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική adresser.

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπευθύνωαπευθύνειςαπευθύνειαπευθύνουμεαπευθύνετεαπευθύνουν / απευθύνουνε
Παρατατικόςαπευθυνόμουνα / απηύθυνααπευθυνόσουνα / απηύθυνεςαπευθυνότανε / απηύθυνεαπευθύναμεαπευθύνατεαπευθύναν / απευθύνανε / απηύθυναν
Αόριστοςαπηύθυνααπηύθυνεςαπηύθυνεαπευθύναμεαπευθύνατεαπευθύναν / απευθύνανε / απηύθυναν
Μέλλονταςθα απευθύνωθα απευθύνειςθα απευθύνειθα απευθύνουμεθα απευθύνετεθα απευθύνουν / θα απευθύνουνε
Παρακείμενοςέχω απευθύνειέχεις απευθύνειέχει απευθύνειέχουμε απευθύνειέχετε απευθύνειέχουν απευθύνει
Υπερσυντέλικοςείχα απευθύνειείχες απευθύνειείχε απευθύνειείχαμε απευθύνειείχατε απευθύνειείχαν απευθύνει
Υποτακτικήνα έχω απευθύνει / να απευθύνωνα έχεις απευθύνει / να απευθύνειςνα έχει απευθύνει / να απευθύνεινα έχουμε απευθύνει / να απευθύνουμενα έχετε απευθύνει / να απευθύνετενα έχουν απευθύνει / να απευθύνουν / να απευθύνουνε
Προστακτική—απεύθυνε——απευθύνετε—

Μεσοπαθητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαπευθύνομαιαπευθύνεσαιαπευθύνεταιαπευθυνόμαστε——
Παρατατικόςαπευθυνόμουναπευθυνόσουναπευθυνόταναπευθυνόμασταν / απευθυνόμαστε——
Αόριστοςαπευθύνθηκα—————
Μέλλονταςθα απευθύνομαιθα απευθύνεσαιθα απευθύνεταιθα απευθυνόμαστε——
Υποτακτικήνα απευθύνομαινα απευθύνεσαινα απευθύνεταινα απευθυνόμαστε——

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →