απεύχομαι
•
- εύχομαι να μη συμβεί κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απεύχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπεύχομαι < (ἀπό) ἀπ- + εὔχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε απ- + εύχομαι
Άλλοι τύποι
απευχήθηκααπευχόμουν
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →