Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

εύχομαι

ρήμα
•
  1. εκφράζω την επιθυμία μου και την ελπίδα μου να συμβεί στο μέλλον κάτι θετικό σε μένα ή σε άλλους Βικιλεξικό
    • εύχομαι να πάνε όλα καλά
    • σου εύχομαι καλή τύχη
    • «Εις το επανιδείν», ευχήθηκα και έκανα χειραψία στον Παπαβολίδα που έμεινε ενεός. Ο Πετονιάς σηκώθηκε τότε από τη θέση του, με αγριοκοίταξε και δε με χαιρέτησε όταν βγήκαμε έξω – μάλλον τον είχα εκθέσει. (Μιχάλης Μιχαηλίδης, Ο μηχανισμός της σύγχυσης, εκδ. Καστανιώτη, 2003, σελ. 138)
  2. παρακαλώ τον Θεό για κάτι, προσεύχομαι Βικιλεξικό

Ετυμολογία

εύχομαι < αρχαία ελληνική εὔχομαι

Κλίση

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςεύχομαιεύχεσαιεύχεταιευχόμαστεεύχεστεεύχονται
Παρατατικόςευχόμουν / ευχόμουναευχόσουν / ευχόσουναευχόταν / ευχότανεευχόμασταν / ευχόμαστεευχόσασταν / ευχόσαστεευχόντουσαν / εύχονταν
Αόριστοςευχήθηκαευχήθηκεςευχήθηκεευχηθήκαμεευχηθήκατεευχήθηκαν / ευχηθήκαν / ευχηθήκανε
Μέλλονταςθα ευχηθώ / θα εύχομαιθα ευχηθείς / θα εύχεσαιθα ευχηθεί / θα εύχεταιθα ευχηθούμε / θα ευχόμαστεθα ευχηθείτε / θα εύχεστεθα ευχηθούν / θα ευχηθούνε / θα εύχονται
Παρακείμενοςέχω ευχηθείέχεις ευχηθείέχει ευχηθεί———
Υπερσυντέλικοςείχα ευχηθείείχες ευχηθείείχε ευχηθεί———
Υποτακτικήνα έχω ευχηθεί / να ευχηθώ / να εύχομαινα έχεις ευχηθεί / να ευχηθείς / να εύχεσαινα έχει ευχηθεί / να ευχηθεί / να εύχεταινα ευχηθούμε / να ευχόμαστενα ευχηθείτε / να εύχεστενα ευχηθούν / να ευχηθούνε / να εύχονται
Προστακτική—ευχήσου / εύχου——ευχηθείτε / εύχεστε—

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →