απηδαλιούχητος
•
- σπάνιοπου δεν πηδαλιουχείται ή δεν μπορεί να πηδαλιουχηθεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απηδαλιούχητος < α- + πηδαλιουχώ + -τος
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απηδαλιούχητος | απηδαλιούχητη | απηδαλιούχητο |
| Γενική | απηδαλιούχητου | απηδαλιούχητης | απηδαλιούχητου |
| Αιτιατική | απηδαλιούχητο | απηδαλιούχητη | απηδαλιούχητο |
| Κλητική | απηδαλιούχητε | απηδαλιούχητη | απηδαλιούχητο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απηδαλιούχητοι | απηδαλιούχητες | απηδαλιούχητα |
| Γενική | απηδαλιούχητων | απηδαλιούχητων | απηδαλιούχητων |
| Αιτιατική | απηδαλιούχητους | απηδαλιούχητες | απηδαλιούχητα |
| Κλητική | απηδαλιούχητοι | απηδαλιούχητες | απηδαλιούχητα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →