Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

πηδάλιο

/piˈða.li.o/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. το τιμόνι πλοίου Βικιλεξικό
  2. ναυτικός όροςκινητό όργανο που βρίσκεται στο πίσω μέρος του πλοίου, κάτω από το νερό. Ελέγχει και τηρεί τη διεύθυνση του πλοίου και την πραγματοποίηση ελιγμών Βικιλεξικό
    • (κατ’ επέκταση) όλα τα όργανα που εξυπηρετούν στον έλεγχο του σκάφους
  3. μέρος του μηχανισμού των ρολογιών, με το οποίο αυξάνεται ή μειώνεται το μήκος του σπειροειδούς ελατηρίου τους Βικιλεξικό
  4. μεταφορικάη διακυβέρνηση, η διοίκηση, ο έλεγχος ενός κράτους, ενός οργανισμού, μιας εταιρείας κ.λπ. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

πηδάλιο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πηδάλιον (φαρδύ κουπί το οποίο χρησιμοποιούσαν για να κατευθύνουν το πλοίο) < *πήδ-α-λον < πηδόν

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήπηδάλιοπηδάλια
Γενικήπηδάλιου / πηδαλίουπηδαλίων
Αιτιατικήπηδάλιοπηδάλια
Κλητικήπηδάλιοπηδάλια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →