απιθώνω
•
- λαϊκότροποακουμπάω, αφήνω, τοποθετώ κάτι κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απιθώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἀποθώνω < ἀποθέτω < αρχαία ελληνική ἀποτίθημι
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απιθώνω | απιθώνεις | απιθώνει | απιθώνουμε | απιθώνετε | απιθώνουν / απιθώνουνε |
| Παρατατικός | απίθωνα | απίθωνες | απίθωνε | απιθώναμε | απιθώνατε | απίθωναν / απιθώναν / απιθώνανε |
| Αόριστος | απίθωσα | απίθωσες | απίθωσε | απιθώσαμε | απιθώσατε | απίθωσαν / απιθώσαν / απιθώσανε |
| Μέλλοντας | θα απιθώνω / θα απιθώσω | θα απιθώνεις / θα απιθώσεις | θα απιθώνει / θα απιθώσει | θα απιθώνουμε / θα απιθώσουμε | θα απιθώνετε / θα απιθώσετε | θα απιθώνουν / θα απιθώνουνε / θα απιθώσουν / θα απιθώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απιθώσει | έχεις απιθώσει | έχει απιθώσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απιθώσει | είχες απιθώσει | είχε απιθώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απιθώσει / να απιθώνω / να απιθώσω | να έχεις απιθώσει / να απιθώνεις / να απιθώσεις | να έχει απιθώσει / να απιθώνει / να απιθώσει | να απιθώνουμε / να απιθώσουμε | να απιθώνετε / να απιθώσετε | να απιθώνουν / να απιθώνουνε / να απιθώσουν / να απιθώσουνε |
| Προστακτική | — | έχε απιθωμένο / απίθωνε / απίθωσε | — | — | απιθώνετε / απιθώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απιθώθηκααπιθώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →