θέτω
•
- βάζω, τοποθετώ Βικιλεξικό
- προβάλλω ένα θέμα για να συζητηθεί Βικιλεξικό
- Ο βουλευτής έθεσε με την ομιλία του το ζήτημα των φορολογικών τεκμηρίων.
- αλλάζω την κατάσταση ενός ανθρώπου ή πράγματος Βικιλεξικό
- Το πειθαρχικό συμβούλιο έθεσε τον υπάλληλο σε αργία.
- Η κυβέρνηση θέτει σε εφαρμογή νέα μέτρα κατά της φοροδιαφυγής.
- μαθηματικάθεωρώ, αποδίδω μια τιμή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
θέτω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική θέτω < αρχαία ελληνική τίθημι. Κατά το ΛΚΝ ο τύπος «θέτω» σχηματίστηκε από έναν αμάρτυρο ελληνιστικό αόριστο *ἔθεσα.
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | θέτω | θέτεις | θέτει | θέτουμε | θέτετε | θέτουν / θέτουνε |
| Παρατατικός | έθετα | έθετες | έθετε | θέταμε | θέτατε | έθεταν / θέταν / θέτανε |
| Αόριστος | έθεσα | έθεσες | έθεσε | θέσαμε | θέσατε | έθεσαν / θέσαν / θέσανε |
| Μέλλοντας | θα θέσω / θα θέτω | θα θέσεις / θα θέτεις | θα θέσει / θα θέτει | θα θέσουμε / θα θέτουμε | θα θέσετε / θα θέτετε | θα θέσουν / θα θέσουνε / θα θέτουν / θα θέτουνε |
| Παρακείμενος | έχω θέσει | έχεις θέσει | έχει θέσει | έχουμε θέσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα θέσει | είχες θέσει | είχε θέσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω θέσει / να θέσω / να θέτω | να έχεις θέσει / να θέσεις / να θέτεις | να έχει θέσει / να θέσει / να θέτει | να έχουμε θέσει / να θέσουμε / να θέτουμε | να θέσετε / να θέτετε | να θέσουν / να θέσουνε / να θέτουν / να θέτουνε |
| Προστακτική | — | θέσε / θέτε | — | — | θέστε / θέτετε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →