απλοέπεια
•
- λόγιοτο να μιλάει κάποιος απλά και κατανοητά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλοέπεια < απλός + -ο- + έπος + -ια
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλοέπεια | απλοέπειες |
| Γενική | απλοέπειας | απλοεπειών |
| Αιτιατική | απλοέπεια | απλοέπειες |
| Κλητική | απλοέπεια | απλοέπειες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →