έπος
•
- λογοτεχνίαποίημα μεγάλης έκτασης όπου εξυμνούνται κι εγκωμιάζονται τα κατορθώματα ηρώων, θεών, αρχόντων κ.λπ. Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάτο αντίστοιχο λογοτεχνικό είδος Βικιλεξικό
- μεταφορικάσκληρός αγώνας που καταλήγει θριαμβευτικά σε νίκη Βικιλεξικό
- το έπος της Αλβανίας
Ετυμολογία
έπος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἔπος < ϝέπος < πρωτοελληνική *wékʷos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *wékʷos < *wekʷ- (μιλώ)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | έπος | έπη |
| Γενική | έπους | επών |
| Αιτιατική | έπος | έπη |
| Κλητική | έπος | έπη |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →