απλολογία
•
- γλωσσολογίαη αποβολή από μια λέξη κάποιας συλλαβής που έχει ομοιότητες με μια γειτονική της Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλολογία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική haplologie < αρχαία ελληνική ἁπλοῦς + λέγω. Μορφολογικά αναλύεται σε απλο- + -λογία.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απλολογία | απλολογίες |
| Γενική | απλολογίας | απλολογιών |
| Αιτιατική | απλολογία | απλολογίες |
| Κλητική | απλολογία | απλολογίες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →