Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απλολογικός

/a.plo.lo.ʝiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. γλωσσολογίαπου έχει σχέση με την απλολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απλολογικός < απλολογ(ίζ) + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλολογικόςαπλολογικήαπλολογικό
Γενικήαπλολογικούαπλολογικήςαπλολογικού
Αιτιατικήαπλολογικόαπλολογικήαπλολογικό
Κλητικήαπλολογικέαπλολογικήαπλολογικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπλολογικοίαπλολογικέςαπλολογικά
Γενικήαπλολογικώναπλολογικώναπλολογικών
Αιτιατικήαπλολογικούςαπλολογικέςαπλολογικά
Κλητικήαπλολογικοίαπλολογικέςαπλολογικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →