απλολογικός
•
- γλωσσολογίαπου έχει σχέση με την απλολογία ή αναφέρεται σ’ αυτή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απλολογικός < απλολογ(ίζ) + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απλολογικός | απλολογική | απλολογικό |
| Γενική | απλολογικού | απλολογικής | απλολογικού |
| Αιτιατική | απλολογικό | απλολογική | απλολογικό |
| Κλητική | απλολογικέ | απλολογική | απλολογικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απλολογικοί | απλολογικές | απλολογικά |
| Γενική | απλολογικών | απλολογικών | απλολογικών |
| Αιτιατική | απλολογικούς | απλολογικές | απλολογικά |
| Κλητική | απλολογικοί | απλολογικές | απλολογικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →