απλώνομαι
•
- επεκτείνομαι, καταλαμβάνω μεγαλύτερο χώρο, εξαπλώνομαι Βικιλεξικό
- απλώθηκε σε όλο τον καναπέ, λες και δεν υπήρχαν άλλοι
- καταλαμβάνω έναν χώρο μέχρι ένα ορισμένο όριο Βικιλεξικό
- η Κίνα απλώνεται βόρεια μέχρι τη Μογγολία, δυτικά μέχρι...
Ετυμολογία
απλώνομαι < παθητική φωνή του ρήματος απλώνω < ἁπλόω-ἁπλῶ
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απλώνομαι | απλώνεσαι | απλώνεται | απλωνόμαστε | απλώνεστε | απλώνονται |
| Παρατατικός | απλωνόμουν / απλωνόμουνα | απλωνόσουν / απλωνόσουνα | απλωνόταν / απλωνότανε | απλωνόμασταν / απλωνόμαστε | απλωνόσασταν / απλωνόσαστε | απλωνόντουσαν / απλώνονταν |
| Αόριστος | απλώθηκα | απλώθηκες | απλώθηκε | απλωθήκαμε | απλωθήκατε | απλωθήκαν / απλωθήκανε / απλώθηκαν |
| Μέλλοντας | θα απλωθώ / θα απλώνομαι | θα απλωθείς / θα απλώνεσαι | θα απλωθεί / θα απλώνεται | θα απλωθούμε / θα απλωνόμαστε | θα απλωθείτε / θα απλώνεστε | θα απλωθούν / θα απλωθούνε / θα απλώνονται |
| Παρακείμενος | έχω απλωθεί | έχεις απλωθεί | έχει απλωθεί | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απλωθεί | είχες απλωθεί | είχε απλωθεί | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απλωθεί / να απλωθώ / να απλώνομαι | να έχεις απλωθεί / να απλωθείς / να απλώνεσαι | να έχει απλωθεί / να απλωθεί / να απλώνεται | να απλωθούμε / να απλωνόμαστε | να απλωθείτε / να απλώνεστε | να απλωθούν / να απλωθούνε / να απλώνονται |
| Προστακτική | — | απλώνου / απλώσου | — | — | απλωθείτε / απλώνεστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →