αποίκιλτος
•
- που δεν τον έχουν διακοσμήσει, χωρίς στολίδια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποίκιλτος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποίκιλτος | αποίκιλτη | αποίκιλτο |
| Γενική | αποίκιλτου | αποίκιλτης | αποίκιλτου |
| Αιτιατική | αποίκιλτο | αποίκιλτη | αποίκιλτο |
| Κλητική | αποίκιλτε | αποίκιλτη | αποίκιλτο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποίκιλτοι | αποίκιλτες | αποίκιλτα |
| Γενική | αποίκιλτων | αποίκιλτων | αποίκιλτων |
| Αιτιατική | αποίκιλτους | αποίκιλτες | αποίκιλτα |
| Κλητική | αποίκιλτοι | αποίκιλτες | αποίκιλτα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →