αποβιβάζω
•
- κατεβάζω από κάποιο μέσο συγκοινωνίας Βικιλεξικό
- σπάνιοξεφορτώνω Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςκάνω απόβαση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβιβάζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποβιβάζω. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + βιβάζω.
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποβιβάζω | αποβιβάζεις | αποβιβάζει | αποβιβάζουμε | αποβιβάζετε | αποβιβάζουν / αποβιβάζουνε |
| Παρατατικός | αποβίβαζα | αποβίβαζες | αποβίβαζε | αποβιβάζαμε | αποβιβάζατε | αποβίβαζαν / αποβιβάζαν / αποβιβάζανε |
| Αόριστος | αποβίβασα | αποβίβασες | αποβίβασε | αποβιβάσαμε | αποβιβάσατε | αποβίβασαν / αποβιβάσαν / αποβιβάσανε |
| Μέλλοντας | θα αποβιβάζω / θα αποβιβάσω | θα αποβιβάζεις / θα αποβιβάσεις | θα αποβιβάζει / θα αποβιβάσει | θα αποβιβάζουμε / θα αποβιβάσουμε | θα αποβιβάζετε / θα αποβιβάσετε | θα αποβιβάζουν / θα αποβιβάζουνε / θα αποβιβάσουν / θα αποβιβάσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποβιβάσει | έχεις αποβιβάσει | έχει αποβιβάσει | έχουμε αποβιβάσει | έχετε αποβιβάσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποβιβάσει | είχες αποβιβάσει | είχε αποβιβάσει | είχαμε αποβιβάσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποβιβάσει / να αποβιβάζω / να αποβιβάσω | να έχεις αποβιβάσει / να αποβιβάζεις / να αποβιβάσεις | να έχει αποβιβάσει / να αποβιβάζει / να αποβιβάσει | να έχουμε αποβιβάσει / να αποβιβάζουμε / να αποβιβάσουμε | να έχετε αποβιβάσει / να αποβιβάζετε / να αποβιβάσετε | να αποβιβάζουν / να αποβιβάζουνε / να αποβιβάσουν / να αποβιβάσουνε |
| Προστακτική | — | αποβίβαζε / αποβίβασε | — | — | αποβιβάζετε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποβιβάστε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →