αποβίβαση
•
- ναυτικός όροςη ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβιβάζω Βικιλεξικό
- η ενέργεια και το αποτέλεσμα του αποβιβάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβίβαση < αποβιβάζω + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποβίβαση | αποβιβάσεις |
| Γενική | αποβίβασης | αποβιβάσεων |
| Αιτιατική | αποβίβαση | αποβιβάσεις |
| Κλητική | αποβίβαση | αποβιβάσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →