αποβλάκωση
•
- η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του αποβλακώνω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβλάκωση < αποβλακώ(νω) + -ση
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποβλάκωση | αποβλακώσεις |
| Γενική | αποβλάκωσης | αποβλακώσεων |
| Αιτιατική | αποβλάκωση | αποβλακώσεις |
| Κλητική | αποβλάκωση | αποβλακώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →