Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποβλακώνω

/a.po.vlaˈko.no/ρήμα
•
  1. αμβλύνω την οξύνοια και τις διανοητικές ικανότητες κάποιου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποβλακώνω < απο- + βλάκ(ας) + -ώνω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςαποβλακώνωαποβλακώνειςαποβλακώνειαποβλακώνουμεαποβλακώνετεαποβλακώνουν / αποβλακώνουνε
Παρατατικόςαποβλάκωνααποβλάκωνεςαποβλάκωνεαποβλακώναμεαποβλακώνατεαποβλάκωναν / αποβλακώναν / αποβλακώνανε
Αόριστοςαποβλάκωσααποβλάκωσεςαποβλάκωσεαποβλακώσαμεαποβλακώσατεαποβλάκωσαν / αποβλακώσαν / αποβλακώσανε
Μέλλονταςθα αποβλακώνω / θα αποβλακώσωθα αποβλακώνεις / θα αποβλακώσειςθα αποβλακώνει / θα αποβλακώσειθα αποβλακώνουμε / θα αποβλακώσουμεθα αποβλακώνετε / θα αποβλακώσετεθα αποβλακώνουν / θα αποβλακώνουνε / θα αποβλακώσουν / θα αποβλακώσουνε
Παρακείμενοςέχω αποβλακώσειέχεις αποβλακώσειέχει αποβλακώσειέχουμε αποβλακώσει——
Υπερσυντέλικοςείχα αποβλακώσειείχες αποβλακώσειείχε αποβλακώσει———
Υποτακτικήνα έχω αποβλακώσει / να αποβλακώνω / να αποβλακώσωνα έχεις αποβλακώσει / να αποβλακώνεις / να αποβλακώσειςνα έχει αποβλακώσει / να αποβλακώνει / να αποβλακώσεινα έχουμε αποβλακώσει / να αποβλακώνουμε / να αποβλακώσουμενα αποβλακώνετε / να αποβλακώσετενα αποβλακώνουν / να αποβλακώνουνε / να αποβλακώσουν / να αποβλακώσουνε
Προστακτική—αποβλάκωνε / αποβλάκωσε——αποβλακώνετε / αποβλακώστε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

αποβλακώθηκααποβλακώνομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →