αποβλακώνω
•
- αμβλύνω την οξύνοια και τις διανοητικές ικανότητες κάποιου Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβλακώνω < απο- + βλάκ(ας) + -ώνω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | αποβλακώνω | αποβλακώνεις | αποβλακώνει | αποβλακώνουμε | αποβλακώνετε | αποβλακώνουν / αποβλακώνουνε |
| Παρατατικός | αποβλάκωνα | αποβλάκωνες | αποβλάκωνε | αποβλακώναμε | αποβλακώνατε | αποβλάκωναν / αποβλακώναν / αποβλακώνανε |
| Αόριστος | αποβλάκωσα | αποβλάκωσες | αποβλάκωσε | αποβλακώσαμε | αποβλακώσατε | αποβλάκωσαν / αποβλακώσαν / αποβλακώσανε |
| Μέλλοντας | θα αποβλακώνω / θα αποβλακώσω | θα αποβλακώνεις / θα αποβλακώσεις | θα αποβλακώνει / θα αποβλακώσει | θα αποβλακώνουμε / θα αποβλακώσουμε | θα αποβλακώνετε / θα αποβλακώσετε | θα αποβλακώνουν / θα αποβλακώνουνε / θα αποβλακώσουν / θα αποβλακώσουνε |
| Παρακείμενος | έχω αποβλακώσει | έχεις αποβλακώσει | έχει αποβλακώσει | έχουμε αποβλακώσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα αποβλακώσει | είχες αποβλακώσει | είχε αποβλακώσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω αποβλακώσει / να αποβλακώνω / να αποβλακώσω | να έχεις αποβλακώσει / να αποβλακώνεις / να αποβλακώσεις | να έχει αποβλακώσει / να αποβλακώνει / να αποβλακώσει | να έχουμε αποβλακώσει / να αποβλακώνουμε / να αποβλακώσουμε | να αποβλακώνετε / να αποβλακώσετε | να αποβλακώνουν / να αποβλακώνουνε / να αποβλακώσουν / να αποβλακώσουνε |
| Προστακτική | — | αποβλάκωνε / αποβλάκωσε | — | — | αποβλακώνετε / αποβλακώστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
αποβλακώθηκααποβλακώνομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →