Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποβλακωτικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την αποβλάκωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποβλακωτικός < αποβλακώνω + -τικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποβλακωτικόςαποβλακωτικήαποβλακωτικό
Γενικήαποβλακωτικούαποβλακωτικήςαποβλακωτικού
Αιτιατικήαποβλακωτικόαποβλακωτικήαποβλακωτικό
Κλητικήαποβλακωτικέαποβλακωτικήαποβλακωτικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποβλακωτικοίαποβλακωτικέςαποβλακωτικά
Γενικήαποβλακωτικώναποβλακωτικώναποβλακωτικών
Αιτιατικήαποβλακωτικούςαποβλακωτικέςαποβλακωτικά
Κλητικήαποβλακωτικοίαποβλακωτικέςαποβλακωτικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →