αποβλακωτικός
•
- που έχει σχέση με την αποβλάκωση, αναφέρεται σ’ αυτήν ή την προκαλεί Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποβλακωτικός < αποβλακώνω + -τικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποβλακωτικός | αποβλακωτική | αποβλακωτικό |
| Γενική | αποβλακωτικού | αποβλακωτικής | αποβλακωτικού |
| Αιτιατική | αποβλακωτικό | αποβλακωτική | αποβλακωτικό |
| Κλητική | αποβλακωτικέ | αποβλακωτική | αποβλακωτικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποβλακωτικοί | αποβλακωτικές | αποβλακωτικά |
| Γενική | αποβλακωτικών | αποβλακωτικών | αποβλακωτικών |
| Αιτιατική | αποβλακωτικούς | αποβλακωτικές | αποβλακωτικά |
| Κλητική | αποβλακωτικοί | αποβλακωτικές | αποβλακωτικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →