απογεμίζω
•
- γεμίζω εντελώς, μέχρι επάνω Βικιλεξικό
- στρατιωτικός όροςαδειάζω (τελείως) το όπλο (πυροβολώντας) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογεμίζω < απο- + γεμίζω (2. μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική décharger)
Κλίση
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογεμίζω | απογεμίζεις | απογεμίζει | απογεμίζουμε | απογεμίζετε | απογεμίζουν / απογεμίζουνε |
| Παρατατικός | απογέμιζα | απογέμιζες | απογέμιζε | απογεμίζαμε | απογεμίζατε | απογέμιζαν / απογεμίζαν / απογεμίζανε |
| Αόριστος | απογέμισα | απογέμισες | απογέμισε | απογεμίσαμε | απογεμίσατε | απογέμισαν / απογεμίσαν / απογεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα απογεμίζω / θα απογεμίσω | θα απογεμίζεις / θα απογεμίσεις | θα απογεμίζει / θα απογεμίσει | θα απογεμίζουμε / θα απογεμίσουμε | θα απογεμίζετε / θα απογεμίσετε | θα απογεμίζουν / θα απογεμίζουνε / θα απογεμίσουν / θα απογεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απογεμίσει | έχεις απογεμίσει | έχει απογεμίσει | έχουμε απογεμίσει | έχετε απογεμίσει | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογεμίσει | είχες απογεμίσει | είχε απογεμίσει | είχαμε απογεμίσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογεμίσει / να απογεμίζω / να απογεμίσω | να έχεις απογεμίσει / να απογεμίζεις / να απογεμίσεις | να έχει απογεμίσει / να απογεμίζει / να απογεμίσει | να έχουμε απογεμίσει / να απογεμίζουμε / να απογεμίσουμε | να έχετε απογεμίσει / να απογεμίζετε / να απογεμίσετε | να απογεμίζουν / να απογεμίζουνε / να απογεμίσουν / να απογεμίσουνε |
| Προστακτική | — | απογέμιζε / απογέμισε | — | — | απογεμίζετε / απογεμίστε | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →