γεμίζω
•
- κάνω κάτι να είναι γεμάτο Βικιλεξικό
- προσφέρω ικανοποίηση, προκαλώ το αίσθημα της πληρότητας Βικιλεξικό
- βάζω βλήματα σε πυροβόλο όπλο Βικιλεξικό
- αμετάβατογίνομαι γεμάτος από κάτι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γεμίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γεμίζω < γέμω
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γεμίζω | γεμίζεις | γεμίζει | γεμίζουμε | γεμίζετε | γεμίζουν / γεμίζουνε |
| Παρατατικός | γέμιζα | γέμιζες | γέμιζε | γεμίζαμε | γεμίζατε | γέμιζαν / γεμίζαν / γεμίζανε |
| Αόριστος | γέμισα | γέμισες | γέμισε | γεμίσαμε | γεμίσατε | γέμισαν / γεμίσαν / γεμίσανε |
| Μέλλοντας | θα γεμίζω / θα γεμίσω | θα γεμίζεις / θα γεμίσεις | θα γεμίζει / θα γεμίσει | θα γεμίζουμε / θα γεμίσουμε | θα γεμίζετε / θα γεμίσετε | θα γεμίζουν / θα γεμίζουνε / θα γεμίσουν / θα γεμίσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γεμίσει | έχεις γεμίσει | έχει γεμίσει | — | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γεμίσει | είχες γεμίσει | είχε γεμίσει | — | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γεμίσει / να γεμίζω / να γεμίσω | να έχεις γεμίσει / να γεμίζεις / να γεμίσεις | να έχει γεμίσει / να γεμίζει / να γεμίσει | να γεμίζουμε / να γεμίσουμε | να γεμίζετε / να γεμίσετε | να γεμίζουν / να γεμίζουνε / να γεμίσουν / να γεμίσουνε |
| Προστακτική | — | έχε γεμισμένο / γέμιζε / γέμισε | — | — | γεμίζετε / γεμίστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γεμίστηκαγεμίζομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →