απογοητεύω
•
- προκαλώ απογοήτευση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογοητεύω < από + γοητεύω (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική désenchanter)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | απογοητεύω | απογοητεύεις | απογοητεύει | απογοητεύουμε | απογοητεύετε | απογοητεύουν / απογοητεύουνε |
| Παρατατικός | απογοήτευα | απογοήτευες | απογοήτευε | απογοητεύαμε | απογοητεύατε | απογοήτευαν / απογοητεύαν / απογοητεύανε |
| Αόριστος | απογοήτευσα | απογοήτευσες | απογοήτευσε | απογοητεύσαμε | απογοητεύσατε | απογοήτευσαν / απογοητεύσαν / απογοητεύσανε |
| Μέλλοντας | θα απογοητεύσω / θα απογοητεύω | θα απογοητεύεις / θα απογοητεύσεις | θα απογοητεύει / θα απογοητεύσει | θα απογοητεύουμε / θα απογοητεύσουμε | θα απογοητεύετε / θα απογοητεύσετε | θα απογοητεύουν / θα απογοητεύουνε / θα απογοητεύσουν / θα απογοητεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω απογοητεύσει | έχεις απογοητεύσει | έχει απογοητεύσει | έχουμε απογοητεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα απογοητεύσει | είχες απογοητεύσει | είχε απογοητεύσει | είχαμε απογοητεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω απογοητεύσει / να απογοητεύσω / να απογοητεύω | να έχεις απογοητεύσει / να απογοητεύεις / να απογοητεύσεις | να έχει απογοητεύσει / να απογοητεύει / να απογοητεύσει | να έχουμε απογοητεύσει / να απογοητεύουμε / να απογοητεύσουμε | να απογοητεύετε / να απογοητεύσετε | να απογοητεύουν / να απογοητεύουνε / να απογοητεύσουν / να απογοητεύσουνε |
| Προστακτική | — | απογοήτευε / απογοήτευσε | — | — | απογοητεύετε / απογοητεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
απογοητεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →