γοητεύω
•
- ελκύω ερωτικά Βικιλεξικό
- κατακτώ την ψυχή κάποιου, τον μαγεύω, τον κάνω να προσηλώνεται πάνω μου, τον ενθουσιάζω και του προσφέρω μεγάλη ευχαρίστηση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
γοητεύω < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενεργητική φωνή
| εγώ | εσύ | αυτός | εμείς | εσείς | αυτοί | |
|---|---|---|---|---|---|---|
| Ενεστώτας | γοητεύω | γοητεύεις | γοητεύει | γοητεύουμε | γοητεύετε | γοητεύουν / γοητεύουνε |
| Παρατατικός | γοήτευα | γοήτευες | γοήτευε | γοητεύαμε | γοητεύατε | γοήτευαν / γοητεύαν / γοητεύανε |
| Αόριστος | γοήτευσα | γοήτευσες | γοήτευσε | γοητεύσαμε | γοητεύσατε | γοήτευσαν / γοητεύσαν / γοητεύσανε |
| Μέλλοντας | θα γοητεύσω / θα γοητεύω | θα γοητεύεις / θα γοητεύσεις | θα γοητεύει / θα γοητεύσει | θα γοητεύουμε / θα γοητεύσουμε | θα γοητεύετε / θα γοητεύσετε | θα γοητεύουν / θα γοητεύουνε / θα γοητεύσουν / θα γοητεύσουνε |
| Παρακείμενος | έχω γοητεύσει | έχεις γοητεύσει | έχει γοητεύσει | έχουμε γοητεύσει | — | — |
| Υπερσυντέλικος | είχα γοητεύσει | είχες γοητεύσει | είχε γοητεύσει | είχαμε γοητεύσει | — | — |
| Υποτακτική | να έχω γοητεύσει / να γοητεύσω / να γοητεύω | να έχεις γοητεύσει / να γοητεύεις / να γοητεύσεις | να έχει γοητεύσει / να γοητεύει / να γοητεύσει | να έχουμε γοητεύσει / να γοητεύουμε / να γοητεύσουμε | να γοητεύετε / να γοητεύσετε | να γοητεύουν / να γοητεύουνε / να γοητεύσουν / να γοητεύσουνε |
| Προστακτική | — | γοήτευε / γοήτευσε | — | — | γοητεύετε / γοητεύστε | — |
Μεσοπαθητικοί τύποι
γοητεύομαι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →