απογραφικός
•
- που έχει σχέση με την απογραφή ή τον απογραφέα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό
Ετυμολογία
απογραφικός < απογραφή / απογραφέας + -ικός
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απογραφικός | απογραφική | απογραφικό |
| Γενική | απογραφικού | απογραφικής | απογραφικού |
| Αιτιατική | απογραφικό | απογραφική | απογραφικό |
| Κλητική | απογραφικέ | απογραφική | απογραφικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | απογραφικοί | απογραφικές | απογραφικά |
| Γενική | απογραφικών | απογραφικών | απογραφικών |
| Αιτιατική | απογραφικούς | απογραφικές | απογραφικά |
| Κλητική | απογραφικοί | απογραφικές | απογραφικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →