Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απογραφικός

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με την απογραφή ή τον απογραφέα ή αναφέρεται σ’ αυτά Βικιλεξικό

Ετυμολογία

απογραφικός < απογραφή / απογραφέας + -ικός

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπογραφικόςαπογραφικήαπογραφικό
Γενικήαπογραφικούαπογραφικήςαπογραφικού
Αιτιατικήαπογραφικόαπογραφικήαπογραφικό
Κλητικήαπογραφικέαπογραφικήαπογραφικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπογραφικοίαπογραφικέςαπογραφικά
Γενικήαπογραφικώναπογραφικώναπογραφικών
Αιτιατικήαπογραφικούςαπογραφικέςαπογραφικά
Κλητικήαπογραφικοίαπογραφικέςαπογραφικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →