Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

γράφω

/ˈɣɾa.fo/ρήμα
•
  1. σχεδιάζω σύμβολα (γράμματα, αριθμούς) πάνω σε κάποια επιφάνεια Βικιλεξικό
  2. για επιφάνεια ή έντυποφέρω κείμενο Βικιλεξικό
    • Τι γράφει σήμερα η εφημερίδα;
  3. ετοιμάζω και στέλνω μια επιστολή Βικιλεξικό
    • Της έγραψε πολλές φορές αλλά δεν απάντησε.
  4. δέχομαι κάποιον ως μέλος ή ως μαθητή Βικιλεξικό
  5. ενεργώ ώστε κάποιος να γίνει μέλος ενός οργανισμού ή μαθητής/σπουδαστής ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος Βικιλεξικό
    • Τον έγραψε σε μια ιδιωτική σχολή.
  6. έχω σαν επάγγελμα τη σύνταξη βιβλίων Βικιλεξικό
    • Ο αδερφός του κερδίζει τη ζωή του γράφοντας.
  7. χρεώνω κάποιον, συνήθως για κάποια παράβαση νόμου Βικιλεξικό
    • Τον έγραψαν για παράνομη στάθμευση.
  8. προφορικόαγνοώ επιδεικτικά την παράκληση ή τη συμβουλή κάποιου Βικιλεξικό
    • Του ζήτησα μια χάρη, αλλά αυτός με έγραψε κανονικά.
  9. προφορικόλέω κάτι πολυ επιτυχημένο Βικιλεξικό
    • Τι ωραία ιδέα ήταν αυτή που είχες! Έγραψες πάλι!
  10. μεταβιβάζω μέσω διαθήκης, κληρονομώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

γράφω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική γράφω

Κλίση

Ενεργητική φωνή

εγώεσύαυτόςεμείςεσείςαυτοί
Ενεστώταςγράφωγράφειςγράφειγράφουμεγράφετεγράφουν / γράφουνε
Παρατατικόςέγραφαέγραφεςέγραφεγράφαμεγράφατεέγραφαν / γράφαν / γράφανε
Αόριστοςέγραψαέγραψεςέγραψεγράψαμεγράψατεέγραψαν / γράψαν / γράψανε
Μέλλονταςθα γράφω / θα γράψωθα γράφεις / θα γράψειςθα γράφει / θα γράψειθα γράφουμε / θα γράψουμεθα γράφετε / θα γράψετεθα γράφουν / θα γράφουνε / θα γράψουν / θα γράψουνε
Παρακείμενοςέχω γράψειέχεις γράψει————
Υπερσυντέλικοςείχα γράψειείχες γράψει————
Υποτακτικήνα έχω γράψει / να γράφω / να γράψωνα έχεις γράψει / να γράφεις / να γράψειςνα γράφει / να γράψεινα γράφουμε / να γράψουμενα γράφετε / να γράψετενα γράφουν / να γράφουνε / να γράψουν / να γράψουνε
Προστακτική—έχε γραμμένο / γράφε / γράψε——γράφετε / γράψτε—

Μεσοπαθητικοί τύποι

γράφτηκαγράφομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →