αποδάσωση
•
- λόγιοη μείωση ή εξαφάνιση των δασών και των δασικών καλύψεων Βικιλεξικό
- γενικότερααποψίλωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδάσωση < απο- + δάσωση < δάσος (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déforestation ή μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική déboisement ή μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική deforestation)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδάσωση | αποδασώσεις |
| Γενική | αποδάσωσης | αποδασώσεων |
| Αιτιατική | αποδάσωση | αποδασώσεις |
| Κλητική | αποδάσωση | αποδασώσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →