αποδίδων
•
- που αποδίδει κάτι στο δικαιούχο, σε όποιον αυτό οφείλεται Βικιλεξικό
- ο αποδίδων τις τιμές
- η ανακρίτρια, η αποδίδουσα τις ευθύνες
- με νεότερη τροπολογία, ο αποδίδων τον ΦΠΑ έχει δικαίωμα να καταθέσει το ποσό σε δόσεις
Ετυμολογία
αποδίδων < λόγια μετοχή ενεστώτα του ρήματος αποδίδω (ο αρχαιότερος τύπος της μετοχής ενεστώτα του ρήματος ἀποδίδωμι, ήταν ἀποδιδούς - ἀποδιδοῦσα - ἀποδιδόν)
Άλλοι τύποι
αποδίδοναποδίδουσα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →