Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόδοση

/aˈpo.ðo.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. το να δίνεις ή να επιστρέφεις ή να διανέμεις κάτι σε όποιον ανήκει ή του οφείλεται Βικιλεξικό
    • Η απόδοση του αριθμού φορολογικού μητρώου ολοκληρώνεται άμεσα (η έκδοση αριθμού μητρώου που απαιτεί ο νόμος)
    • Βρέθηκαν τα χρυσαφικά που σας έκλεψαν κυρία μου, αλλά η απόδοση των κλοπιμαίων μπορεί να γίνει μόνον μετά την εκδίκαση της υπόθεσης
  2. η εξήγηση ενός γεγονότος με τη σύνδεσή του με κάποιο άλλο που θεωρείται αιτία του Βικιλεξικό
    • η απόδοση της ανόδου των τιμών σε πολιτικά αίτια αμφισβητείται
  3. η άποψη ότι ένα έργο ανήκει σε έναν δημιουργό Βικιλεξικό
    • η απόδοση της επιστολής αυτής στον Πλάτωνα έχει γίνει αντικείμενο διαφωνιών
  4. η ερμηνεία ενός ρόλου ή μουσικού κομματιού Βικιλεξικό
    • η απόδοση του ρόλου ήταν κατώτερη των προσδοκιών του κοινού
  5. η παραγωγή ενός όγκου έργου ή εισοδήματος Βικιλεξικό
    • Λέω να πάρω καμιά βιταμίνη γιατί έχει πέσει πολύ η απόδοσή μου στη δουλειά
    • Το νέο κλιματιστικό δεν έχει καλή απόδοση (δεν αποδίδει σύμφωνα με το κόστος, τις προσδοκίες του καταναλωτή ή τις προδιαγραφές του κατασκευαστή)
    • Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
  6. οικονομίαη παραγωγή υπεραξίας Βικιλεξικό
    • Τι απόδοση έχει όμως το κεφάλαιό σου;
  7. γραμματικήτο δεύτερο μέρος, σε σύνθετη πρόταση, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός, προαναφερθέντος, πρώτου μέρους Βικιλεξικό
  8. για μεταφράσειςελεύθερη μετάφραση Βικιλεξικό
  9. καταλογισμός, επίρριψη ευθύνης Βικιλεξικό
    • Διενεργείται ανάκριση για την απόδοση ευθυνών σχετικά με το μεγάλο σκάνδαλο με τη Ζίμενς
    • Η απόδοση του φόνου στον Πέτρο έγινε ύστερα από την ανάλυση όλων των στοιχείων από το εγκληματολογικό τμήμα της αστυνομίας.
  10. χριστιανισμόςιερή ακολουθία, που τελείται συνήθως οκτώ ημέρες μετά από μία μεγάλη θρησκευτική (θεομητορική και δεσποτική) εορτή υπό την επιρροή αντίστοιχων ιουδαϊκών λειτουργικών συνηθειών Βικιλεξικό
    • Η απόδοση της εορτής του Πάσχα κατ' εξαίρεση δεν γίνεται οκτώ ημέρες μετά το Πάσχα αλλά την 39η ημέρα μετά το Πάσχα.
  11. απονομή οφειλόμενων τιμών ή σεβασμού σε ένα πρόσωπο Βικιλεξικό
    • Κατατέθηκε στεφάνι προς απόδοση τιμών στο νεκρό στρατιώτη (για αυτά που προσέφερε)
    • Η κηδεία του τέως πρωθυπουργού έγινε με απόδοση τιμών αρχηγού κράτους.

Ετυμολογία

απόδοση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδο(σις) + -ση < ἀποδίδωμι < ἀπό + δίδωμι : για τη σημασία «επιστροφή πράγματος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rendement : για την ελεύθερη μετάφραση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rendering

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήαπόδοσηαποδόσεις
Γενικήαπόδοσηςαποδόσεων
Αιτιατικήαπόδοσηαποδόσεις
Κλητικήαπόδοσηαποδόσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →