απόδοση
•
- το να δίνεις ή να επιστρέφεις ή να διανέμεις κάτι σε όποιον ανήκει ή του οφείλεται Βικιλεξικό
- Η απόδοση του αριθμού φορολογικού μητρώου ολοκληρώνεται άμεσα (η έκδοση αριθμού μητρώου που απαιτεί ο νόμος)
- Βρέθηκαν τα χρυσαφικά που σας έκλεψαν κυρία μου, αλλά η απόδοση των κλοπιμαίων μπορεί να γίνει μόνον μετά την εκδίκαση της υπόθεσης
- η εξήγηση ενός γεγονότος με τη σύνδεσή του με κάποιο άλλο που θεωρείται αιτία του Βικιλεξικό
- η απόδοση της ανόδου των τιμών σε πολιτικά αίτια αμφισβητείται
- η άποψη ότι ένα έργο ανήκει σε έναν δημιουργό Βικιλεξικό
- η απόδοση της επιστολής αυτής στον Πλάτωνα έχει γίνει αντικείμενο διαφωνιών
- η ερμηνεία ενός ρόλου ή μουσικού κομματιού Βικιλεξικό
- η απόδοση του ρόλου ήταν κατώτερη των προσδοκιών του κοινού
- η παραγωγή ενός όγκου έργου ή εισοδήματος Βικιλεξικό
- Λέω να πάρω καμιά βιταμίνη γιατί έχει πέσει πολύ η απόδοσή μου στη δουλειά
- Το νέο κλιματιστικό δεν έχει καλή απόδοση (δεν αποδίδει σύμφωνα με το κόστος, τις προσδοκίες του καταναλωτή ή τις προδιαγραφές του κατασκευαστή)
- Ο μέσος όρος καλλιεργήσιμης έκτασης ενός κροκοπαραγωγού είναι περίπου πέντε στρέμματα και η απόδοση αγγίζει τα 900 γραμμάρια το στρέμμα.
- οικονομίαη παραγωγή υπεραξίας Βικιλεξικό
- Τι απόδοση έχει όμως το κεφάλαιό σου;
- γραμματικήτο δεύτερο μέρος, σε σύνθετη πρόταση, που προϋποθέτει την ύπαρξη ενός, προαναφερθέντος, πρώτου μέρους Βικιλεξικό
- για μεταφράσειςελεύθερη μετάφραση Βικιλεξικό
- καταλογισμός, επίρριψη ευθύνης Βικιλεξικό
- Διενεργείται ανάκριση για την απόδοση ευθυνών σχετικά με το μεγάλο σκάνδαλο με τη Ζίμενς
- Η απόδοση του φόνου στον Πέτρο έγινε ύστερα από την ανάλυση όλων των στοιχείων από το εγκληματολογικό τμήμα της αστυνομίας.
- χριστιανισμόςιερή ακολουθία, που τελείται συνήθως οκτώ ημέρες μετά από μία μεγάλη θρησκευτική (θεομητορική και δεσποτική) εορτή υπό την επιρροή αντίστοιχων ιουδαϊκών λειτουργικών συνηθειών Βικιλεξικό
- Η απόδοση της εορτής του Πάσχα κατ' εξαίρεση δεν γίνεται οκτώ ημέρες μετά το Πάσχα αλλά την 39η ημέρα μετά το Πάσχα.
- απονομή οφειλόμενων τιμών ή σεβασμού σε ένα πρόσωπο Βικιλεξικό
- Κατατέθηκε στεφάνι προς απόδοση τιμών στο νεκρό στρατιώτη (για αυτά που προσέφερε)
- Η κηδεία του τέως πρωθυπουργού έγινε με απόδοση τιμών αρχηγού κράτους.
Ετυμολογία
απόδοση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδο(σις) + -ση < ἀποδίδωμι < ἀπό + δίδωμι : για τη σημασία «επιστροφή πράγματος» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rendement : για την ελεύθερη μετάφραση < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική rendering
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | απόδοση | αποδόσεις |
| Γενική | απόδοσης | αποδόσεων |
| Αιτιατική | απόδοση | αποδόσεις |
| Κλητική | απόδοση | αποδόσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →