αποδεκτός
•
- που τον αποδέχονται Βικιλεξικό
- Φυσικά ο χαρακτηρισμός «παραλογοτεχνία» ποτέ δεν έγινε αποδεκτός από τους φίλους του είδους, οι οποίοι –εδώ που τα λέμε– δεν είχαν και καμμιάν ιδιαίτερη καΐλα ν’ αποδείξουν τίποτα στους… κουλτουριάρηδες. (Η ξεχωριστή, ελληνική περιπέτεια της Επιστημονικής Φαντασίας, lifo.gr, 23/11/2014 https://www.lifo.gr/blogs/retronaut/i-xehoristi-elliniki-peripeteia-tis-epistimonikis-fantasias)
Ετυμολογία
αποδεκτός < (ελληνιστική κοινή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδεκτός | αποδεκτή | αποδεκτό |
| Γενική | αποδεκτού | αποδεκτής | αποδεκτού |
| Αιτιατική | αποδεκτό | αποδεκτή | αποδεκτό |
| Κλητική | αποδεκτέ | αποδεκτή | αποδεκτό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | αποδεκτοί | αποδεκτές | αποδεκτά |
| Γενική | αποδεκτών | αποδεκτών | αποδεκτών |
| Αιτιατική | αποδεκτούς | αποδεκτές | αποδεκτά |
| Κλητική | αποδεκτοί | αποδεκτές | αποδεκτά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →