αποδέχομαι
•
- δέχομαι, δεν αρνούμαι κάτι που μου προσφέρεται, που μου προτείνεται Βικιλεξικό
- οι κληρονόμοι αποδέχτηκαν επίσημα την κληρονομιά
- συμφωνώ με κάτι, το εγκρίνω, το επιδοκιμάζω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
αποδέχομαι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀποδέχομαι < ἀπο- + δέχομαι. Συγχρονικά αναλύεται σε απο- + δέχομαι.
Άλλοι τύποι
απεδέχθη3oαποδέχθηκααποδέχτηκα
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →