Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

αποδημητικός

/a.po.ði.mi.tiˈkos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που μετακινείται από τον τόπο του, που μεταναστεύει Βικιλεξικό
  2. ουσιαστικοποιημένοαποδημητικά: πουλιά (ή ψάρια) που μεταναστεύουν σε θερμότερους τόπους, για να περάσουν το χειμώνα Βικιλεξικό

Ετυμολογία

αποδημητικός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ἀποδημητικός (< ἀπό + δῆμος), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική migratoire

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποδημητικόςαποδημητικήαποδημητικό
Γενικήαποδημητικούαποδημητικήςαποδημητικού
Αιτιατικήαποδημητικόαποδημητικήαποδημητικό
Κλητικήαποδημητικέαποδημητικήαποδημητικό

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαποδημητικοίαποδημητικέςαποδημητικά
Γενικήαποδημητικώναποδημητικώναποδημητικών
Αιτιατικήαποδημητικούςαποδημητικέςαποδημητικά
Κλητικήαποδημητικοίαποδημητικέςαποδημητικά

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →