Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

απόδημος

/aˈpo.ði.mos/επίθετο, αρσενικό
•
  1. που ζει μακριά από την πατρίδα του/της Βικιλεξικό
    • Στο Ζέμουν (Σεμλίνο), που ήταν ο πρώτος σταθμός των Ελλήνων αποδήμων προς την Ουγγαρία, δημιουργήθηκε βαθμιαία μια αξιόλογη κοινότητα από ελληνόφωνους και βλαχόφωνους (Κωνσταντίνος Αποστόλου Βακαλόπουλος, Ιστορία του Βόρειου Ελληνισμού, Εκδοτ. Οίκος Αφων Κυριακίδη, 1990, σελ. 121)

Ετυμολογία

απόδημος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἀπόδημος. Συγχρονικά αναλύεται σε από- + δήμ(ος) (ουσιαστικό) + κατάληξη επιθέτων -ος :* και ουσιαστικοποιημένο στον πληθυντικό: «οι απόδημοι»

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόδημοςαπόδημηαπόδημο
Γενικήαπόδημουαπόδημηςαπόδημου
Αιτιατικήαπόδημοαπόδημηαπόδημο
Κλητικήαπόδημεαπόδημηαπόδημο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήαπόδημοιαπόδημεςαπόδημα
Γενικήαπόδημωναπόδημωναπόδημων
Αιτιατικήαπόδημουςαπόδημεςαπόδημα
Κλητικήαπόδημοιαπόδημεςαπόδημα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →